σαρίκι

και σαρίκιο, το, Ν
1. λεπτό λευκό ύφασμα που τυλίγουν οι μωαμεθανοί ιερωμένοι και άλλοι επίσημοι μουσουλμάνοι γύρω από το φέσι
2. κάλυμμα τού κεφαλιού από περιτυλιγμένη ταινία που φορούν οι Ινδοί
3. η κίδαρις* τών αρχαίων Περσών
4. ανδρικός κεφαλόδεσμος, ιδίως το μαύρο μαντίλι που φορούν στο κεφάλι οι Κρητικοί
5. είδος κόμπου για το δέσιμο τών καραβόσχοινων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. σαρίκι, κατά μία άποψη, έχει σχηματιστεί από τον τ. καισαρίκιο «το στέμμα τών καισάρων» με αποκοπή τής συλλαβής και-, λόγω τού ότι συνεχύθη με τον σύνδ. καί. Κατ' άλλους, όμως, η λ. έχει προέλθει από το καισαρίκιο μέσω τού τουρκ. sarik (< καισαρίκιο)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαρίκι — [сарики] ουσ. о. тюрбан, чалма …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σαρίκι — το ιού (λ. τουρκ.), κάλυμμα του κεφαλιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ενδυμασία — Το σύνολο των αντικειμένων –οποιουδήποτε υλικού ή τρόπου κατασκευής– που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να ντύνεται και να στολίζεται. Για πολύ καιρό, ιδιαίτερα σε περιοχές τις οποίες ευνοούσε το θερμό κλίμα, οι άνθρωποι δεν ένιωθαν την ανάγκη να… …   Dictionary of Greek

  • κίδαρις — Αρχαιοελληνική ονομασία καλύμματος του κεφαλιού που έφεραν οι αρχαίοι λαοί της βορειοδυτικής Ασίας. Ήταν ένα είδος ημισφαιρικού, κυλινδρικού ή κωνικού καπέλου από ύφασμα ή από δέρμα. Το χρησιμοποιούσαν κυρίως οι Πέρσες και είχε την ονομασία… …   Dictionary of Greek

  • καραούσι — καραούσι, τὸ (Μ) είδος καλύμματος τής κεφαλής. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Πιθ. να συνδέεται με αρχ. ελλ. κυρβασία «περσικό καπέλο» ή αρχ. ελλ. κάρπασος «ύφασμα κατάλληλο για κάλυμμα τού κεφαλιού, για σαρίκι»] …   Dictionary of Greek

  • προσείλημα — είματος, τὸ, Α 1. αυτό με το οποίο καλύπτει κανείς κάτι, περικάλυμμα, περιτύλιγμα 2. φρ. «προσείλημα κεφαλῆς» σαρίκι, τουρμπάνι. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + εἴλημα «κάλυμμα»] …   Dictionary of Greek

  • τουρμπάνι — το, Ν 1. κάλυμμα τού κεφαλιού σε πολλούς μουσουλμανικούς λαούς, πλατιά λωρίδα υφάσματος που τυλίγεται στο κεφάλι, αλλ. σαρίκι 2. το λεπτό βαμβακερό ύφασμα από το οποίο αποτελείται το παραπάνω κάλυμμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. turban < τουρκ.… …   Dictionary of Greek

  • χορός — Διαδοχικές κινήσεις του σώματος για σκοπούς αποκλειστικά καλλιτεχνικούς ή τελετουργικούς ή παιχνιδιού, με προκαθορισμένη τάξη και σύμφωνα με ένα ρυθμό, που δίνεται γενικά από τη μουσική. Ο χ. είναι από τα αρχαιότερα εκφραστικά μέσα, ίσως δεύτερο… …   Dictionary of Greek

  • Βαν Άικ, Γιαν — (Jan Van Eyck, Μάαστριχτ περ. 1390 – Μπριζ 1441). Φλαμανδός ζωγράφος. Ιδρυτής της φλαμανδικής αναγεννησιακής σχολής. Με αυτόν σημειώνεται η μετάβαση από το υστερογοτθικό, μεσαιωνικό πνεύμα στη νέα νατουραλιστική οπτική. Λίγες εξακριβωμένες… …   Dictionary of Greek

  • Θειάφης — Επώνυμο αγωνιστών του 1821, από την Ύδρα. 1. Εμμανουήλ. Υποπλοίαρχος, ο οποίος τραυματίστηκε κατά το πρώτο έτος της Επανάστασης σε ναυμαχία και πέθανε από τις πληγές του. 2. Εμμανουήλ. Πυρπολητής, εξάδελφος του προηγούμενου. Διακρίθηκε στη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.